μώλυς

μώλυς
μῶλυς, -υ, γεν. -υος (Α)
1. εξαντλημένος, ασθενής, βραδύς, νωχελής, νωθρός
2. μτφ. αδύνατος ως προς τον νου, ανόητος
3. φρ. «μῶλυς ῥίζα» — μώλυ *
4. (κατά τον Ησύχ.) «μῶλυς
ὁ ἀμαθής
μωλύτερον
ἀμβλύτερον».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για υποχωρητικό παρ. τών ρ. μωλύω, μωλύνω, αβέβαιης όμως περαιτέρω ετυμολ. Κατά την επικρατέστερη άποψη, συνδέεται με τον τ. μῶλος «μόχθος πολέμου». Η σημασιολογική δυσκολία που προκύπτει από αυτή τη σύνδεση μπορεί να υπερκεραστεί, αν θεωρηθεί ότι η λ. μῶλυς προήλθε από την αρχική χρήση τού τ. μῶλος «κόπος, μόχθος». Άλλες προσπάθειες ετυμολόγησης τής λ. που είτε τη συνδέουν με τον τ. μέλεος «άχρηστος, άθλιος» είτε συνδέουν το μωλύω με το μολούω κατά το, εξίσου αμφίβολο, κωλύω - κολούω, έχουν ήδη απορριφθεί και για μορφολογικούς και για σημασιολογικούς λόγους].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • малый — мал, мала, мало, укр. малий, блр. малы, др. русск., ст. слав. малъ μικρός, ὀλίγος (Еuсh. Sin., Супр.), болг. малък, мало, сербохорв. ма̏о, ма̏ла, ма̏ло, словен. mȃli, malo, чеш., слвц. maly, польск. mаɫу, в. луж., н. луж. maɫki. Родственно греч …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • маять — I маять маю I., ся, мая, маета мучение , болг. мая затягиваю, нарушаю . Родственно д. в. н. muоеn трудиться, стараться , ср. в. н. müen, muowen, д. в. н. muohî ж. труд , гот. afmauiÞs утомленный , д. в. н. muodi усталый , греч. μῶλος тягота,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • μωλυρός — μωλυρός, ά, όν (Α) (κατά τον Ησύχ.) (στους Ζακυνθίους) μώλυς*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μῶλ υς + επίθημα υρός (πρβλ. καπ υρός). Η λ. ανάγεται πιθ. σε τ. *μωλ υλός, απ όπου προήλθε το μωλυρός με ανομοίωση] …   Dictionary of Greek

  • μωλύω — και μωλύνω (Α) 1. (για κρέας) λειώνω βαθμηδόν καθώς ψήνομαι 2. (συν. το μέσ.) μωλύομαι και μωλύνομαι α) δεν βράζω τελείως, υποβράζω, σιγοβράζω β) (για πληγές) i) δεν φθάνω σε ωρίμαση, μαραίνομαι, εξαφανίζομαι σιγά σιγά ii) καταλήγω σε σήψη,… …   Dictionary of Greek

  • mō-, mo-lo- —     mō , mo lo     English meaning: to strain oneself     Deutsche Übersetzung: ‘sich mũhen”     Material: Gk. μῶλος “Anstrengung, toil”, μωλέω, Cret. μωλίω “prozessiere”, μῶλυς “ermattet”, perhaps μόλις “barely” (ο for ω after μόγις); ἄ μοτος “ …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”